Ηλικία και Γονιμότητα

Όσο μεγαλώνει μια γυναίκα τόσο μειώνονται οι πιθανότητες να γίνει μητέρα. Η επιστήμη όμως διαρκώς εξελίσσεται και δίνει λύσεις. Έτσι με θέληση,  υπομονή και την κατάλληλη ιατρική καθοδήγηση μια γυναίκα ανεξαρτήτως  ηλικίας έχει τις δυνατότητες να τα καταφέρει.

Ποιος είναι ο ρόλος της ηλικίας στη γυναικεία γονιμότητα;

Τα αίτια της υπογονιμότητας είναι μοιρασμένα εξίσου σε άνδρες (40%) και γυναίκες (40%), ενώ ένα ποσοστό 20% χαρακτηρίζεται ως αγνώστου αιτιολογίας. Είναι γνωστό ότι η ηλικία μιας γυναίκας παίζει καθοριστικό ρόλο στη γυναικεία   γονιμότητα. Αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την επίτευξη εγκυμοσύνης, τη  συχνότητα εμφάνισης χρωμοσωμικών ανωμαλιών και την παθολογία  παραγόντων που μπορούν να καταστήσουν μια κύηση προβληματική (εμφάνιση υπέρτασης, εκλαμψία, διαβήτης κύησης, καρδιολογικά προβλήματα κ.ά.), ώστε να έχουμε το επιθυμητό αποτέλεσμα: ένα υγιές μωρό. Η γονιμότητα των γυναικών μειώνεται σημαντικά μετά την ηλικία των 35 ετών ενώ  στην ηλικία των 43 ετών το ποσοστό επίτευξης εγκυμοσύνης ανά μήνα πέφτει σε μονοψήφια μεγέθη. Στην ηλικία των 40 ετών οι πιθανότητες φυσιολογικής       σύλληψης μέσα σε ένα έτος είναι περίπου 40%-50% ενώ μια γυναίκα 35 ετών    έχει πιθανότητα περίπου 75%. Από την ηλικία των 43 ετών και μετά, οι πιθανότητες πέφτουν στο 1% ή 2%.

Η μείωση της γονιμότητας οφείλεται κυρίως στην ελάττωση της ωοθηκικής       επάρκειας, δηλαδή στον αριθμό των ωαρίων. Κάθε γυναίκα γεννιέται με έναν  συγκεκριμένο αριθμό ωαρίων τα οποία με την πάροδο των ετών μειώνονται, σε  αντίθεση με τον άνδρα στον οποίο δημιουργούνται σπερμοκύτταρα εφ’ όρου     ζωής. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι μια γυναίκα αρχίζει τη ζωή της με 2 εκατομμύρια ωάρια, αριθμός που μειώνεται σε 25.000 ωάρια περίπου στην ηλικία των 37 ετών. Όσο πλησιάζει στην εμμηνόπαυση ο αριθμός των ωαρίων περιορίζεται κάτω    από τα 1.000. Εκτός από τον αριθμό των ωοθυλακΐων με την πάροδο του  χρόνου μειώνεται και η ποιότητα των ωαρίων σε γυναίκες προχωρημένης ηλικίας με αποτέλεσμα η σύλληψη να γίνεται δυσκολότερη. Έχει τεκμηριωθεί ότι σε  γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας μειώνεται η μεταβολική ικανότητα των ωαρίων, με  αποτέλεσμα την ελάττωση της ενεργειακής τους ικανότητας.

Πως μπορώ να ξέρω αν είμαι γόνιμη;

Σημαντικό βήμα για την αξιολόγηση της γονιμότητας μιας γυναίκας αποτελεί η   εκτίμηση των αποθεμάτων ωοθυλακίων. Η εκτίμηση αυτή αποκτά προγνωστική  αξία σε γυναίκες άνω των 35 ετών με ιστορικό πρόωρης ωοθηκικής ανεπάρκειας,χειρουργικών επεμβάσεων (ωοθηκεκτομή), λήψη χημειοθεραπείας ή ακτινοθεραπείας και σε γυναίκες που πρόκειται να υποβληθούν σε εξωσωματική γονιμοποίηση. Για αυτόν τον λόγο γίνεται υπερηχογραφική εκτίμηση των  ωοθηκών για καταγραφή του αριθμού των άωρων ωοθυλακίων και μέτρηση της  σχέσης της FSH με την οιστραδιόλη (Ε2) και την αντιμυλλέριο ορμόνη (ΑΜΗ) κατά τις πρώτες ημέρες του κύκλου.

Υπάρχουν κίνδυνοι;

Όσο μεγαλύτερη είναι η ηλικία της γυναίκας τόσο αυξάνεται και ο κίνδυνος αποβολών και χρωμοσωμικών ανωμαλιών στο έμβρυο. Ενδεικτικά στην ηλικία  των 30 ετών ο κίνδυνος αποβολής είναι 10% ενώ στην ηλικία των 40 ετών φτάνει το 34%. Επιπλέον όσο μεγαλύτερη είναι η ηλικία της υποψήφιας μητέρας αυξάνονται οι πιθανότητες παλινδρόμησης και αποβολής λόγω κάποιας  ανωμαλίας των εμβρύων κυρίως χρωμοσωμικής αιτιολογίας. Επίσης οι  αυτόματες αποβολές παρουσιάζουν αύξηση σε γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας που οφείλονται στο ατομικό και στο γυναικολογικό ιστορικό τους (λοιμώξεις, πολύποδες, ινομυώματα κ.ά.) και στην ποιότητα του γενετικού υλικού.

Τι αναμένουμε τα επόμενα χρόνια;

Τα τελευταία χρόνια η επιστήμη της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής στρέφεται σε νέους τρόπους διεύρυνσης της γονιμοποιητικής ικανότητας των γυναικών. Σήμερα υπάρχουν αρκετές δυνατότητες, όπως σύγχρονες μεθοδοι  γονιμοποίησης, κατάψυξη ωαρίων για διατηρηση της γονιμότητας, επιλογή των  ποιοτικά καλλίτερων ωαρίων και εμβρύων, φυσικός κύκλος χωρίς φάρμακα, δωρεά ωαρίων και εμβρύων κ.ά. Ανάλογα με την περίπτωση οι ειδικοί της  υποβοηθούμενης αναπαραγωγής επιλέγουν τη μέθοδο που είναι κατάλληλη για  κάθε γυναίκα.

Κατά συνέπεια οι γυναίκες άνω των 35 ετών που έχουν προσπαθήσει να συλλάβουν για έξι μήνες φυσιολογικά χωρίς επιτυχία συστήνεταινα συμβουλευτούν έναν γυναικολόγο με εξειδίκευση στην υπογονιμότητα, ενώ στις γυναίκες κάτω των 35 ετών το αντίστοιχο χρονικό διάστημα είναι το ένα έτος προσπάθειας χωρίς αποτέλεσμα.

Σε περίπτωση κληρονομικού ιστορικού υπογονιμότητας ή γνωστού ιατρικού ιστορικού (προβλήματα στο θυρεοειδή,  διαβήτης, πολυκυστικές ωοθήκες κ.ά) το διάστημα αυτό περιορίζεται στους τρεις μήνες. Ήδη υπάρχουν σημαντικά  αποτελέσματα στα ποσοστά κυήσεων σε γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας που     δείχνουν ότι η γυναίκα ανεξαρτήτως ηλικίας με θέληση, υπομονή και την  κατάλληλη ιατρική υποστήριξη και καθοδήγηση μπορεί να επιτύχει τον στόχο της που δεν είναι άλλος από την απόκτηση ενός υγιούς παιδιού (ή και περισσοτέρων).