Καθ’ έξιν Αποβολές

Ο όρος «καθ’ έξιν» ή επανειλημμένες αυτόματες αποβολές αναφέρεται σε
επαναλαμβανόμενες αποβολές, τριών ή περισσοτέρων κλινικά αναγνωρισμένων κυήσεων (μέχρι την 24 η εβδομάδα της κύησης).
Εμφανίζονται σε ποσοστό 1-3% στα ζευγάρια αναπαραγωγικής ηλικίας και συνήθως συμβαίνουν στις πρώτες 12 εβδομάδες της κύησης. Οι λόγοι στις περισσότερες περιπτώσεις είναι πολυπαραγοντικοί. Σύμφωνα με σχετικές μελέτες ως πιθανότερα αίτια αναφέρονται: χρωμοσωμικές
ανωμαλίες, διαταραχές στα επίπεδα των ορμονών, ανατομικές ανωμαλίες της μήτρας, ανεπάρκεια του τραχήλου της μήτρας, ανοσολογικοί, μολυσματικοί
και περιβαλλοντικοί παράγοντες που αναλογούν στο 70% των περιπτώσεων, ενώ το υπόλοιπο 30% οφείλεται σε αίτια που δεν έχουν ακόμη αιτιολογηθεί
επιστημονικά.
Σύμφωνα με μελέτες σε ποσοστό 3-5% των ζευγαριών με ιστορικό «καθ’έξιν» αποβολών, ένας εκ των δύο είναι φορέας μίας ισορροπημένης χρωμοσωμικής ανωμαλίας. Ο προεμφυτευτικός γενετικός έλεγχος των εμβρύων (PGD/PGS) και η εξωσωματική γονιμοποίηση αποτελούν θεραπευτική επιλογή που
εφαρμόζεται για τον έλεγχο αριθμητικών χρωμοσωμικών ανωμαλιών και έχει ως στοχο την εμβρυομεταφορά των πιο υγιών γενετικά εμβρύων,
μεγιστοποιώντας την πιθανότητα κύησης.
Σήμερα εφαρμόζονται εξειδικευμένες εξετάσεις με στόχο την προληψη των επαναλαμβανόμενων αποβολών. Ενδεικτικά αναφέρονται:


1. Δεσμευτικά αντισώματα (Αντιπατρικά Αντισώματα)
Οι ιστικές πληροφορίες που προέρχονται αποκλειστικά από τον πατέρα του εμβρύου καθορίζουν στον πλακούντα ένα γενετικό τόπο που καλείται “HLA –
G αντιγόνο”. Η παραγωγή αυτού του τύπου αντισωμάτων από την υποψήφια μητέρα θεωρείται σημαντική λειτουργία, για την επιβίωση του
νεοσχηματισθέντα πλακούντα και κατ’ επέκταση για την εξέλιξη του εμβρύου.


2. Αντιφωσφολιπιδικά Αντισώματα
Τα φωσφολιπίδια αποτελούν ουσιώδες συστατικό στοιχείο των κυττάρων του σώματός μας και μερικά από αυτά παίζουν σημαντικό ρόλο στη μετατροπή
μέρους του εμβρύου που εμφυτεύουμε σε πλακούντα. Η παρουσία αντισωμάτων εναντίον των φωσφολιπιδίων αποσυγκολλά και αποδιοργανώνει τα μόρια που συνθέτουν το έμβρυο (την τροφοβλάστη). Ο έλεγχος ενδείκνυται να γίνεται πριν από την αναμενόμενη κύηση, γιατί η θεραπεία πρέπει να αρχίζει πριν την εγκυμοσύνη, ώστε κατά το χρόνο της εμφύτευσης τα επίπεδα των αντισωμάτων είναι χαμηλά.


3. Φυσικά κυτταροκτόνα κύτταρα (Νatural Killer Cells)
Για την προστασία του εμβρύου είναι απαραίτητη η μερική καταστολή, από μέρους της μητέρας, ειδικών κυττάρων του ανοσολογικού της συστήματος που σκοπό έχουν να αντιδρούν αρνητικά απέναντι σε κάθε ξένο εισβολέα. Αυτά τα κύτταρα ονομάζονται φυσικά κυτταροκτόνα κύτταρα (ΝΚ). Είναι πρωταρχικής σημασίας να γνωρίζουμε εάν τα ΝΚ κύτταρα έχουν βλαπτικό δυναμικό εναντίον του εμβρύου στις γυναίκες με αποτυχημένες προσπάθειες εξωσωματικής γονιμοποίησης.
Προληπτικός έλεγχος
Στον απαιτούμενο προληπτικό έλεγχο των «καθ’ έξιν» αποβολών περιλαμβάνονται:
Αιματολογικός και ορμονολογικός έλεγχος
Κολπικό υπερηχογράφημα
Έλεγχος του αντιφωσφολιπιδικού συνδρόμου και της θρομφοφιλίας
Έλεγχος των φυσικών κυπαροκτόνων κυττάρων (Νatural Killers)
Έλεγχος των αντιπατρικών αντισωμάτων
Υστεροσκόπηση
Διαγνωστική Λαπαροσκόπηση
Καρυοτυπικός έλεγχος ζεύγους
Άλλοι παράγοντες που συσχετίζονται με «καθ’ έξιν» αποβολές, είναι το σωματικό βάρος (υπερβολικό ή πολύ χαμηλό), το κάπνισμα, η υπερκατανάλωση καφέ και αλκοόλ. Σε ποσοστό 50% των περιπτώσεων, δεν ανευρίσκεται μια ξεκάθαρη αιτία για τις αποβολές, και οι εξετάσεις είναι φυσιολογικές.